Πρώτα άκουσε μια φωνή: «Πέτρα!». Μετά είδε έναν άνθρωπο να πέφτει. Το πρωί της 29ης Ιουλίου η Εύη Αντύπα ήταν ένα από τα τελευταία μέλη της αποστολής του ορειβατικού ομίλου «Φυσιολάτρης Νίκαιας» που μπήκε στο Λούκι του Μύτικα.

Οι λιθοπτώσεις δεν είναι σπάνιες, ειδικά όταν υπάρχει συνωστισμός, σε αυτό το στενό, σαθρό πέρασμα που οδηγεί στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Ο 60χρονος αναρριχητής μάλλον προσπάθησε να ελιχθεί. Κάποιος τον είδε να κάνει μια μικρή δρασκελιά. Ενα στραβοπάτημα, ένα γλίστρημα, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς συνέβη. Η πτώση του σταμάτησε στη χαράδρα, τουλάχιστον 30 μέτρα πιο κάτω.

«Ηταν καλός, είχε ανέβει άλλες δύο φορές στον Μύτικα. Δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ», λέει η κ. Αντύπα. Το προηγούμενο βράδυ είχε διανυκτερεύσει με την αποστολή στο οροπέδιο των Μουσών, στο καταφύγιο «Γιώσος Αποστολίδης».

Θυμάται ότι ο 60χρονος προσπαθούσε να την πείσει να επιχειρήσει την ανάβαση. Η ίδια δεν ήταν σίγουρη. Εάν τα κατάφερνε θα ήταν η πρώτη της φορά στις 2.918 μέτρα.

Η λίστα με τις απώλειες

Στις 9.50 το επόμενο πρωί ένας ορειβάτης ειδοποίησε την Πυροσβεστική. Ανέφερε ότι ένας άνδρας έχασε την ισορροπία του και έπεσε σε δύσβατο σημείο, σε γκρεμό, κοντά στην κορυφή του Μύτικα. Πυροσβέστες από το Λιτόχωρο και μέλη της Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών από τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα κινητοποιήθηκαν για την ανάσυρση.

Αυτό δεν ήταν το μοναδικό δυστύχημα τους τελευταίους μήνες στον Ολυμπο. Τον περασμένο Μάιο σκοτώθηκε εκεί ένας 25χρονος Βούλγαρος αναρριχητής.

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Ζαφείρης Τρόμπακας, διευθυντής Εκπαίδευσης της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης, από το 1955 μέχρι και σήμερα 62 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο «βουνό των θεών». Σε επτά περιστατικά τα θύματα δεν φορούσαν κράνος, ενώ όπως εξηγεί ο κ. Τρόμπακας στο τελευταίο συμβάν το κράνος φαίνεται ότι δεν ήταν καλής ποιότητας.

Βάσει της ίδιας καταγραφής, από τις αιτίες θανάτου που έχουν γίνει γνωστές, τα μισά περιστατικά οφείλονται σε γλίστρημα. Ακολουθούν τα παθολογικά αίτια σε 11 περιπτώσεις, οκτώ θάνατοι από απώλεια προσανατολισμού και υποθερμία, έξι από χιονοστιβάδα, δύο από κατολίσθηση και ένας από κεραυνό. Οι μήνες με τη μεγαλύτερη συχνότητα δυστυχημάτων είναι ο Σεπτέμβριος, ο Ιούλιος και ο Ιούνιος.

«Τα τελευταία χρόνια ανεβαίνει πολύς κόσμος στο βουνό. Το έχουν σαν έπαθλο να πατήσουν στην κορυφή», λέει στην «Κ» ο πιστοποιημένος οδηγός βουνού Χαράλαμπος Μαρινίδης. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο ίδιος, αρκετός κόσμος δεν έρχεται κατάλληλα προετοιμασμένος.

«Ορισμένοι δεν φορούν ποτέ κράνος, δεν εμπιστεύονται κάποιον αναγνωρισμένο οδηγό και αυτό παρατηρείται κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες», επισημαίνει. «Κάποιοι υποτιμούν το βουνό, έχει χαθεί το μέτρο». Πριν από μερικές ημέρες είδε άνθρωπο με σανδάλια, όπως λέει, πάνω στον Ολυμπο.

Οι κίνδυνοι

Το Λούκι που οδηγεί στην κορυφή του Μύτικα, για τους έμπειρους ορειβάτες δεν είναι δύσκολη αναρρίχηση. Εχει ανάπτυγμα περίπου 250 μέτρα και κλίση 40-45 μοίρες. Ο χρόνος προσπέλασής του εξαρτάται από τον βαθμό εμπειρίας και ικανότητας όποιου επιχειρεί. Ωστόσο και εδώ υπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι.

«Πάντα πρέπει να φοράει κάποιος κράνος μέσα στο Λούκι», λέει ο Λάζαρος Μποτέλης, οδηγός βουνού και διαχειριστής του καταφυγίου «Γιώσος Αποστολίδης». «Ανάλογα με τον όγκο των ανθρώπων που ανεβαίνουν, αυξάνονται και οι πιθανότητες για κάποιο ατύχημα. Αν σκοντάψεις, αν δεν τηρήσεις τους κανόνες ασφαλείας και πέσεις εκεί, θα κατρακυλήσεις».

Το ζήτημα της χρήσης σωστού εξοπλισμού επισημαίνει και ο κ. Τρόμπακας. Παρατηρείται ορισμένοι αναρριχητές να χρησιμοποιούν ακατάλληλα κράνη που θα ήταν ιδανικά για τον χώρο ενός εργοταξίου, όχι όμως και για κάποιον που επιχειρεί να ανέβει στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου.

Οι έμπειροι οδηγοί προσπαθούν να αποφύγουν τις ώρες που έχει συνωστισμό σε σημεία όπως το Λούκι. «Δεν θα πήγαινα ποτέ κάποιον στην κορυφή εάν μπροστά μας βρίσκονταν άλλα 30 άτομα», λέει ο κ. Μαρινίδης.

Ο Μιχάλης Κάκκαλος ανέβηκε πρώτη φορά στον Μύτικα σε ηλικία 13 ετών, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Τότε αντάλλασσαν λίγες «καλημέρες» στο βουνό. Ηταν μετρημένοι οι επισκέπτες. «Ημασταν τρία παιδιά που ανεβήκαμε τότε και μας ακολούθησε και ένας βοσκός. Το είχαμε τάμα να το κάνουμε», λέει.

Τον Αύγουστο του 1913 ο αδελφός του παππού του, Χρήστος Κάκκαλος, ήταν ο πρώτος Ελληνας που πραγματοποίησε καταγεγραμμένη ανάβαση στο ίδιο σημείο, μαζί με τους Ελβετούς Fred Boissonnas και Daniel Baud Bovy. Ενα από τα καταφύγια στο οροπέδιο των Μουσών φέρει σήμερα το όνομά του.

Μεγαλώνοντας ο κ. Κάκκαλος έπαιρνε μέτρα ασφαλείας. «Δεν ανεβαίνω χωρίς κράνος», λέει. Θυμάται ένα δυστύχημα στο οποίο ήταν αυτόπτης μάρτυρας, στο ίδιο μέρος πριν από δεκαετίες. «Ακουσα ένα θόρυβο και φωνάζω “σκύψτε παιδιά, τα κεφάλια μέσα στα βράχια”», λέει. «Και η πέτρα που έπεφτε ήρθε συστημένη στο κεφάλι ενός ορειβάτη. Τον έπιασα, αλλά είχε ήδη σκοτωθεί».

Απαιτείται προσοχή και σεβασμός

Στο Λούκι του Μύτικα έχουν καταγραφεί και άλλοι θάνατοι. Το 1964 μια σχοινοσυντροφιά με τέσσερα άτομα έπεσε σε εκείνο το σημείο, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο έμπειρος ορειβάτης Ιωσήφ (Γιώσος) Αποστολίδης, το όνομα του οποίου φέρει ένα από τα καταφύγια στο «βουνό των θεών».

Τον Δεκέμβριο του 1976, μία εβδομάδα μετά τον θάνατο έξι ανθρώπων από χιονοστιβάδα στο Στεφάνι του Ολύμπου, ο εκπαιδευτής ορειβασίας Γιώργος Μιχαηλίδης, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με τις δυσκολότερες αναρριχήσεις στις ελληνικές ορθοπλαγιές, έλεγε σε συνέντευξή του στην «Κ»: «Το καλοκαίρι, από το μονοπάτι το ανέβασμα στον Ολυμπο είναι απλός περίπατος που θα μπορούσε να κάνει κάθε άνθρωπος που αντέχει σε πεζοπορία. Από τον Δεκέμβριο έως τον Μάιο τα πάντα είναι παγωμένα. Και η ανάβαση σε παγωμένο χιόνι είναι αναρρίχηση μεγάλης ολκής».

Στις 23 Ιουλίου 1995, σε ηλικία 80 ετών ο Μιχαηλίδης πάτησε ακόμη μια φορά στον Μύτικα, μαζί με τα εγγόνια του. Στην κατάβαση, όμως, ο βετεράνος ορειβάτης έπεσε στο Λούκι και σκοτώθηκε. Δεν έχει διευκρινιστεί εάν γλίστρησε ή έπεσε εξαιτίας καρδιακής ανακοπής ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Τον Αύγουστο του 2001 ο 54χρονος τότε Ιωάννης Χασιώτης, πρόεδρος του Ορειβατικού Συλλόγου Κατερίνης, επιχειρούσε την ανάβαση στον Μύτικα μαζί με τη 15μελή ομάδα του. Μια πέτρα όμως που έριξε κατά λάθος προπορευόμενος ορειβάτης τον βρήκε στο στήθος.

Ο Χασιώτης έχασε την ισορροπία του, δεν κατάφερε να κρατηθεί από τα βράχια και έφυγε στη χαράδρα. Προκλήθηκε κατολίσθηση από την πτώση του και πέτρες χτύπησαν στο κεφάλι άλλο μέλος της αποστολής προκαλώντας του διάσειση.

Τον Ιούλιο του 2006 ένας 14χρονος συνοδευόμενος από τον πατέρα του, έμπειρο μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Πατρών, μαζί με άλλα δύο άτομα ανέβηκαν και διανυκτέρευσαν στον Ολυμπο. Το επόμενο πρωί, στην κατάβαση, το παιδί γλίστρησε στο Λούκι και έπεσε σε χαράδρα βάθους 300 μέτρων. Είχε πια νυχτώσει όταν τον ανέσυραν από εκεί, νεκρό.

Παρά την ευκολία του σε σχέση με άλλα βουνά στο εξωτερικό, ο Ολυμπος απαιτεί σεβασμό και προσοχή. «Μέσα σε λίγες εβδομάδες θα έχουν ξεχαστεί και τα τελευταία περιστατικά», λέει έμπειρος ορειβάτης. «Κι άμα βρέξει και φύγουν τα σημάδια στους βράχους, θα ξεχαστεί και πιο εύκολα».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)