«Η επιβολή ΦΠΑ 24% σε αγροτικά εφόδια και προϊόντα ήταν μια ακατανόητη ενέργεια της κυβέρνησης, η οποία δεν δίστασε να “τσαλακώσει” τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης που κόμπαζε από το βήμα της βουλής ότι δεν θα υπάρξει καμία αύξηση του ΦΠΑ! Η περίπτωση, όμως, του ΦΠΑ στο κρέας με την επιβολή διαφορετικού συντελεστή σε ζώντα ζώα από τα σφάγια, ουσιαστικά ευνοεί τις εισαγωγές κρέατος σε βάρος της εγχώριας παραγωγής. Δημιουργεί, έτσι, συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος των Ελλήνων κτηνοτρόφων. Τελικά, ποια Αγροτική (και κτηνοτροφική) Ανάπτυξη υπηρετεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; Την ελληνική ή των χωρών από τις οποίες εισάγουμε κρέας πέραν του “φρέσκου” γάλακτος αορίστου διαρκείας, που επίσης είναι… επίτευγμα που φέρει τη σφραγίδα της; Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δεσμευτεί στη ΔΕΘ ότι θα επαναφέρει τον ΦΠΑ για τα αγροτικά προϊόντα στο 13%». 

Τα παραπάνω τονίζει σε δήλωσή του ο βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, με αφορμή ερώτηση που συνυπογράφει για τη μετάταξη στο συντελεστή 13% του ΦΠΑ της αγοραπωλησίας ζώντων ζώων, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας, και την άμεση αποπληρωμή του πιστωτικού ΦΠΑ στους επιτηδευματίες, ώστε να μην καθίστανται άτοκοι δανειστές του δημοσίου.

Η ερώτηση, με πρώτο υπογράφοντα τον βουλευτή Κοζάνης κ. Γιώργο Κασαπίδη, απευθύνεται προς τους υπουργούς Οικονομικών κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο και Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Βαγγέλη Αποστόλου και αναφέρει «ότι εφαρμόζεται υψηλός συντελεστής ΦΠΑ 24% σε αγοραπωλησία ζώντων ζώων μεταξύ κτηνοτρόφου και εμπόρου ακόμα και αν αυτά, κατόπιν συμφωνίας, μεταφέρονται σε σφαγείο με σκοπό τη σφαγή τους για λογαριασμό του εμπόρου, ο οποίος επιβαρύνεται με τα έξοδα σφαγής». Ενώ «αντίθετα ο χαμηλός συντελεστής ΦΠΑ 13% εφαρμόζεται στη συναλλαγή  μεταξύ των ιδίων προσώπων (κτηνοτρόφου και εμπόρου) αν η αγοραπωλησία αφορά στο σφάγειο του ζώου (όχι το ίδιο το ζώο) και όταν έχει προηγηθεί η σφαγή στο σφαγείο για λογαριασμό του κτηνοτρόφου, ο οποίος επιβαρύνεται με τα έξοδα της σφαγής».

Οι βουλευτές προσθέτουν ότι «με δεδομένα τη δεινή οικονομική κατάσταση των κτηνοτρόφων και το παράλληλο υψηλό κόστος σφαγής, το οποίο, επίσης, επιβαρύνεται με υψηλό συντελεστή ΦΠΑ, είναι εύλογο να μη δύνανται να επωμιστούν το κόστος οι κτηνοτρόφοι και να επιδιώκουν να το μετακυλήσουν σε εμπόρους. Από την άλλη πλευρά οι έμποροι για να αποφύγουν την αγορά έτσι κι αλλιώς ακριβού εμπορεύματος (εγχώριου) που επιβαρύνεται επιπρόσθετα με υψηλό ΦΠΑ και έξοδα σφαγής, προσανατολίζονται σε αγορά εισαγόμενου (είτε ζωντανού που θα σφαχτεί σε Ελλάδα και θα λάβει ελληνική σφραγίδα, είτε ήδη σφαγμένου στο εξωτερικό αποφεύγοντας και τα έξοδα σφαγής) από προμηθευτές του εξωτερικού». Έτσι γίνεται «προφανές ότι οι αποφάσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης ωθούν την αγορά στην εισαγωγή ζώντων ζώων και κρέατος και παρασκευασμάτων αυτού, υπονομεύοντας την εγχώρια κτηνοτροφία».

Οι ερωτώντες βουλευτές καταλήγουν επισημαίνοντας ότι «την ίδια στιγμή με ιδιαίτερα "ευφυή" τρόπο το κράτος λαμβάνει άτοκο δάνειο από όλους τους εμπόρους εγχώριου και μόνο κρέατος. Έτσι προκύπτει ένα σημαντικό πρόβλημα για τους εν λόγω εμπόρους, αφού, δεδομένων των συνθηκών αγοράζουν, συνήθως, ζώντα ζώα με υψηλό Φ.Π.Α. και πωλούν με χαμηλό, όντας πάντοτε πιστωτικοί στο ΦΠΑ. Τη διαφορά αυτή την εισπράττουν με μεγάλη καθυστέρηση που πολλές φορές αγγίζει τη διετία, παρά την πρόβλεψη της  σχετικής νομοθεσίας για εντός 3 μηνών επιστροφή».