Αγκυλώσεις και παθογένειες δεκαετιών λειτουργούν σήμερα ως «αναχώματα» στη δημιουργία ενός κρατικού φορέα κοινωνικής στέγης, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να επιλέγει ως επί το πλείστον μέτρα που απαιτούν τη συμβολή του ιδιωτικού τομέα και των μικροϊδιοκτητών για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, και την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης πολλών νοικοκυριών, ιδίως στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, σημειώνει το ρεπορτάζ του Νίκου Ρουσάνογλου στην Καθημερινή. Στον αντίποδα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είτε το ίδιο το κράτος είτε η τοπική αυτοδιοίκηση αξιοποιούν, αναπτύσσουν και διαχειρίζονται κατοικίες με κοινωνικό πρόσημο.
Στην Ελλάδα, η αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας ανέκαθεν αποτελούσε πονοκέφαλο για κάθε κυβέρνηση. Ακόμα και η καταγραφή της έχει αποδειχθεί δυσκίνητη, ανεπαρκής και σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά χρονοβόρα. Παράλληλα, από το 2012, όταν και καταργήθηκε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), δεν έχει αναληφθεί κάποια πρωτοβουλία για την αναβίωσή του με σύγχρονες δομές και όρους λειτουργίας.
Οπως εξηγεί στην «Καθημερινή” ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, «εκτός από την επίδραση της κρίσης χρέους που “πάγωσε” τα προγράμματα ανάπτυξης κοινωνικής κατοικίας λόγω περικοπών δημοσίων δαπανών και εκτός από το πλέον αυξανόμενο κατασκευαστικό κόστος, υπάρχουν διάφοροι λόγοι που έχουν δυσχεράνει και ακόμη δυσχεραίνουν την εκ νέου ανάπτυξή τους. Στο παρελθόν, κάποια από αυτά τα προγράμματα δεν ήταν πρότυπα αποτελεσματικής και διαφανούς διαχείρισης, οπότε η επικαιροποίησή τους πρέπει να γίνει προσεκτικά».
Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Βέττα, «είναι γνωστό ότι υπάρχει συστηματική δυσχέρεια στη χώρα μας, λόγω μη καταγεγραμμένης εργασίας και εισοδημάτων, να εντοπίζονται πάντα με ακρίβεια τα νοικοκυριά που πρέπει να επωφελούνται κατά προτεραιότητα. Πρέπει επίσης να επιλυθεί το ζήτημα ανεύρεσης και ανέγερσης κατάλληλων εκτάσεων και οικημάτων προς ανακαίνιση, όταν στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν ασφαλώς προτιμότερη, τόσο για οικονομικούς όσο και για πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους, η ανακαίνιση και διαχείριση υφιστάμενων κατοικιών και όχι η ανέγερση νέων ενόσω παλαιότερες αφήνονται να καταρρεύσουν». Κατά τον ίδιο, «δυσκολίες επίσης εμφανίζονται όταν χρειάζεται συντονισμός, για οικόπεδα που ανήκουν σε δήμους ή περιφέρειες που θα πρέπει να συντονιστούν με το κέντρο των μέτρων πολιτικής».
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η «αχαρτογράφητη» ακίνητη περιουσία των δήμων της χώρας, μικρών και μεγάλων. Σύμφωνα με τον Βασίλη Ηλιόπουλο, επικεφαλής της εταιρείας ανάλυσης δεδομένων ακινήτων Blupeak Properties, «γνωρίζουμε δήμο ο οποίος έχει δηλώσει 1.500 ακίνητα στο κτηματολόγιο, αλλά μόνο 100 εξ αυτών έχουν δηλωθεί και στο Ε9. Ετσι, είναι πολύ δύσκολη η αξιολόγηση και μελλοντική αξιοποίηση της περιουσίας αυτής. Συνολικά, είναι κάτω από πέντε οι δήμοι πανελλαδικά που έχουν προχωρήσει σε συστηματική καταγραφή των ακινήτων τους μέσω και της δήλωσής τους στο έντυπο Ε9, πέραν του κτηματολογίου. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να έχουν ελάχιστα από τα ακίνητά τους (ή και κανένα) δηλωμένα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει και η ορθή αξιολόγηση των δυνατοτήτων που μπορούν να προκύψουν από τη διάθεση μέρους της περιουσίας αυτής για την άσκηση κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής.
Η Blupeak εκτιμά ότι τα δημοτικά ακίνητα που παραμένουν αδήλωτα ίσως και να αριθμούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας, στην πράξη η δημοτική ακίνητη περιουσία είναι συχνά κατανεμημένη σε διαφορετικές υπηρεσίες, με αρχεία που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Τεχνικές υπηρεσίες, οικονομικές διευθύνσεις και νομικά τμήματα διατηρούν ξεχωριστά στοιχεία, χωρίς ενιαία βάση δεδομένων. Πολλά ακίνητα συντηρούνται χωρίς σαφή γνώση της χρήσης ή της κατάστασής τους, ενώ άλλα παραμένουν κλειστά ή αναξιοποίητα, απλώς επειδή δεν υπάρχει συνολική εικόνα.
Εν τω μεταξύ, με βάση σχετικό προεδρικό διάταγμα, από τις αρχές του 2026 όλοι οι δήμοι της χώρας θα πρέπει να καταγράψουν τα ακίνητά τους και να εκτιμήσουν την αξία τους, ώστε να περάσουν στα πάγια στοιχεία τους. Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτιμάται ότι θα απαιτήσει έως 18 μήνες έως ότου ολοκληρωθεί, εφόσον φυσικά δεν παρατηρηθούν καθυστερήσεις και κωλυσιεργίες από τις δημοτικές αρχές. Πρόκειται για μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία, σε σχέση ακόμα και με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που επίσης αντιμετωπίζουν παρόμοιες συνθήκες και, όπως και η Ελλάδα, καλούνται να διαχειριστούν το έλλειμμα επαρκούς προσφοράς κατοικιών χωρίς να διαθέτουν μακρόχρονη παράδοση ενός κρατικού φορέα ανάπτυξης κοινωνικής στέγης. Στην πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε η διανεοσις, σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, το μοντέλο παραχώρησης
κατοικιών σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες πολιτών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στο εξωτερικό. Το κράτος παραχωρεί αριθμό διαμερισμάτων και κατοικιών σε μη κερδοσκοπικούς (ή περιορισμένου κέρδους) οικιστικούς συλλόγους, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι να διατηρούν χαμηλά τα ζητούμενα ενοίκια. Τα κριτήρια για την παραχώρηση κατοικίας ποικίλλουν, αλλά συνήθως βασίζονται στο εισόδημα και στις συνθήκες διαβίωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, το κράτος είχε ιστορικά μικρό ρόλο στην παροχή ενοικιαζόμενης κοινωνικής στέγασης, περί του 2% του συνολικού αποθέματος κατοικιών. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2025 η ισπανική κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, ανακοίνωσε την ίδρυση ενός νέου κρατικού φορέα για τη στέγαση, στον οποίο το κράτος εκχώρησε μεγάλες εκτάσεις γης και ακίνητα προκειμένου να παρέχει κατοικίες με χαμηλά ενοίκια.
kosmoslarissa.gr (απο το ρεπορτάζ του Νίκου Ρουσάνογλου στην Καθημερινή)
















