Σε μία από τις πιο ουσιαστικές κοινωνικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, το υπουργείο Εργασίας φαίνεται να οδηγείται στην επέκταση του επιδόματος ασθενείας και στους μη μισθωτούς, καλύπτοντας ένα χρόνιο κενό του ασφαλιστικού συστήματος που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες. Η αλλαγή, εφόσον υλοποιηθεί, θα φέρει την Ελλάδα και τον ΕΦΚΑ πιο κοντά στις ευρωπαϊκές πρακτικές και θα σηματοδοτήσει την πρώτη φορά που η ασθένεια θα αντιμετωπίζεται ως ασφαλιστικός κίνδυνος για όλους, ανεξαρτήτως μορφής απασχόλησης.
Να σημειωθεί ότι με τον νόμο Κατρούγκαλου και παρά την ενοποίηση του συνόλου των ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ, το καθεστώς επιδόματος ασθενείας –όπως και μια σειρά από σημαντικές παροχές σε είδος και σε χρήμα– παραμένει βαθιά άνισο.
Ετσι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα (πρώην ΙΚΑ) λαμβάνουν κλιμακωτή κάλυψη, με συμμετοχή τόσο του εργοδότη όσο και του ΕΦΚΑ, όπου μετά τον πρώτο μήνα ασθενείας το εισόδημά τους περιορίζεται στο 50% του ημερομισθίου.
Με συντηρητικές παραδοχές και με ημερομίσθιο της τάξης των 35 ευρώ, ένας επαγγελματίας θα μπορεί να λάβει επίδομα κοντά στα 17,5 ευρώ την ημέρα για 30 ημέρες.
Στους εργαζομένους του δημόσιου τομέα καταβάλλεται το 100% του μισθού, με κάλυψη του εργοδότη, ενώ ειδικές κατηγορίες –όπως οι δημοσιογράφοι του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ– απολαμβάνουν πλήρη κάλυψη από τον ΕΦΚΑ.
Στον αντίποδα, οι μη μισθωτοί βρίσκονται σχεδόν καθολικά εκτός συστήματος. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν δικαιούνται επίδομα ασθενείας, οι αγρότες δεν καλύπτονται ούτε για ασθένεια ούτε για εργατικό ατύχημα, ενώ και οι μηχανικοί, οι γιατροί και οι δικηγόροι στερούνται παροχής, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι πάνω από 1,3 εκατ. ασφαλισμένοι δεν έχουν καμιά εισοδηματική προστασία σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα γίνεται ακόμη πιο έντονη σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς διαπιστώνει κανείς ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες το επίδομα ασθενείας ξεκινάει να καταβάλλεται από την πρώτη ή τη δεύτερη ημέρα, καλύπτει από 60% έως και 100% των αποδοχών και μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες έως και δύο ή τρία χρόνια. Η Γερμανία, για παράδειγμα, καταβάλλει πλήρη μισθό για έξι εβδομάδες και στη συνέχεια περίπου 70% για μακροχρόνια ασθένεια. Στη Σουηδία και στη Φινλανδία τα ποσοστά αναπλήρωσης προσεγγίζουν το 80%, με μεγάλη διάρκεια κάλυψης. Ακόμη και χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, όπως η Πορτογαλία, παρέχουν επίδομα ασθενείας σε όλους τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων.
Αντιθέτως, η Ελλάδα παραμένει από τις ελάχιστες χώρες όπου η ασθένεια για τους μη μισθωτούς θεωρείται προσωπικό ρίσκο και όχι ασφαλιστικός κίνδυνος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο Εργασίας εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια, με κοινό παρονομαστή τη στοχευμένη και δημοσιονομικά ελεγχόμενη επέκταση του επιδόματος.
Η επικρατέστερη προσέγγιση προβλέπει χορήγηση επιδόματος ασθενείας σε όλους τους μη μισθωτούς από την 31η ημέρα ανικανότητας, με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο της ασφαλιστικής κλάσης και έπειτα από γνωμοδότηση υγειονομικής επιτροπής.
Στην πράξη, πρόκειται για επίδομα «βαριάς ασθένειας», που καλύπτει τις περιπτώσεις όπου η απώλεια εισοδήματος γίνεται πραγματικά κρίσιμη.
kosmoslarissa.gr (από το ρεπορτάζ της Ρούλας Σαλούρου στην Καθημερινή)















