Τοπικά

Ο Πηνειός ποταμός και οι γύρω περιοχές από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορία

Του Γιώργου Δεληχά

Ο Πηνειός ποταμός είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Θεσσαλίας και ένας από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα με μήκος περίπου 200 χιλιομέτρων. Οι πηγές του βρίσκονται στις πλαγιές της Πίνδου στην περιοχή πριν το Μέτσοβο ενώ σημαντικοί του παραπόταμοι είναι ο Τιταρήσιος, που κυλάει στη λεκάνη της Ελασσόνας και Ενιπέας, που συγκεντρώνει νερά από τις περιοχές των Φαρσάλων. Σε αυτό το άρθρο θα αναλυθεί η ιστορία του Πηνειού ποταμού, σε συνδυασμό με τα γεγονότα και τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στις γύρω περιοχές από την αρχαιότητα μέχρι και τη νεότερη ιστορία.

Εικόνα του Πηνειού με το νταλιάνι που υπήρχε προπολεμικά στην περιοχή των Σφαγείων της Λάρισας του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Χρονολογία περίπου 1935.

Η προέλευση του ονόματος και ο μύθος γύρω από αυτό

Ο ποταμός αναφέρεται από τον Όμηρο με το επίθετο «αργυροδίνης» και περιγράφεται από αρκετούς αρχαίους Έλληνες και Λατίνους (Πτολεμαίος Γ΄, Πλίνιος, Στράβων, Λίβυος, Οβίδιος, Αιλιανός κ.α.) ιδιαίτερα σε σχέση με τα Τέμπη. Το όνομα του ποταμού προέρχεται από τον Πηνειό, το γιό του Ωκεανού και της Τηθύος, θυγατέρας του Ουρανού και της Γης ενώ από τη συνεύρεση του με τη νύμφη Κρέουσα φέρεται ότι γεννήθηκε ο Υψέας, βασιλιάς των Λαπιθών και η Στίλβη μητέρα του Κενταύρου. Στους μεσαιωνικούς χρόνους ο Πηνειός αναφέρεται με το όνομα «Σαλαμβριάς», όπως πρώτη τον αποκαλεί η Άννα Κομνήνη (1150).  Σύμφωνα με έναν άλλο μύθο, οι Θεοί του Ολύμπου ζήλεψαν την εύνοια του Απόλλωνα για το όμορφο βουνό την Πίνδο, στην οποία ο Θεός είχε εμπιστευθεί τις αγαπημένες του Μούσες και Νύμφες. Για να ματαιώσει τα τυχόν άσχημα σχέδια τους ο Θεός Απόλλων, πάντρεψε την Πίνδο με ένα όμορφο και γενναίο παλικάρι, τον ξακουστό Λίγκο (βουνό Χάσια). Από την ένωση του αγαπημένου και ευτυχισμένου αυτού ζευγαριού άρχισαν να ξεπροβάλλουν μαγευτικές κοιλάδες και γοητευτικά τοπία στη Δυτική Θεσσαλία. Αυτό εξόργισε ακόμη περισσότερο τους άλλους Θεούς και απαίτησαν τον χωρισμό της Πίνδου  και του Λίγκου. Μάταια τα δύο βουνά παρακαλούσαν κι έχυναν πικρά δάκρυα για να τα αφήσουν ενωμένα, αλλά οι Θεοί σκληροί και αμετάπειστοι ανάγκασαν το ζευγάρι να χωρίσει. Από τότε η Πίνδος και ο Λίγκος (Χάσια), νοσταλγώντας την χαμένη αγάπη και ευτυχία τους, συνέχεια δακρύζουν. Από τα δάκρυα αυτά δημιουργήθηκε ο Πηνειός που πηγάζει από το σημείο του χωρισμού των δυο αγαπημένων βουνών.

Οι αρχαίοι οικισμοί γύρω από τον ποταμό

Ο τόπος γύρω από τον Πηνειό ποταμό, τα Τέμπη και το νοτιότερο τμήμα του Ολύμπου, ήταν ιδιαίτερα προικισμένος από τη φύση, φορτισμένος με μυθικό, θρησκευτικό, πνευματικό περιεχόμενο, θεωρήθηκε ο ιδανικός για κατοικία και λατρεία των αθανάτων και ταυτόχρονα αποτελούσε ένα χώρο σημαντικής στρατηγικής σημασίας, κατοικήθηκε από τους κοινούς θνητούς από την αρχαιότητα ως σήμερα και έπαιξε σημαντικό ιστορικό ρόλο με τα δεδομένα της εποχής. Στη Μακεδονική πλευρά του Πηνειού, στο νοτιότερο τμήμα του Πιερικού ή Κάτω Ολύμπου, όσο και στη Θεσσαλική περιοχή νότια του Πηνειού, μέσα στο μοναδικό οικοσύστημα των ορεινών όγκων, του Δέλτα του Πηνειού και τις εκτεταμένες αμμώδεις παραλίες του Θερμαϊκού Κόλπου, η κατοίκηση υπήρξε συνεχής και ιδιαίτερα εντατική, θα λέγαμε με κοινά εξελισσόμενα διαχρονικά πολιτισμικά στοιχεία.

 Αρχαίες ιστορικές μαρτυρίες, τοπωνύμια και νεότερες μαρτυρίες προσφέρουν αρκετά στοιχεία για τον εντοπισμό και την ταύτιση των θέσεων και οικισμών αλλά και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων που συνέβησαν στο χώρο. Δυστυχώς ελάχιστες συστηματικές ανασκαφικές έρευνες έχουν γίνει στο χώρο αυτό για επιβεβαίωση, εκτός από τις τελευταίες σωστικές ανασκαφές σε θέσεις της νέας σιδηροδρομικής γραμμής και του νέου εθνικού δρόμου που έφεραν στο φως ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία που μελετώνται. Στη Μακεδονική περιοχή βόρεια του Πηνειού εντοπίζονται οι πόλεις και οικισμοί Ηράκλειο, Πλαταμών, Φίλα, Λυκοστόμιο και Καστρί.

Ο ρόλος του Πηνειού γεωγραφικά και πολιτιστικά

Ο Πηνειός ανέκαθεν αποτελούσε φλέβα ζωής που διαπερνά οροσειρές και κάμπους και στο διάβα του μέχρι τη θάλασσα στηρίζει το ντόπιο πληθυσμό και τον πολιτισμό του. Ο Πηνειός, ως γεωγραφικός όρος, αποτέλεσε τη βάση όλων των ανθρωπογενών στοιχείων, τα οποία σχετίζονται με την ιστορία, τις παραδόσεις, την οικονομία, τον εν γένει πολιτισμό και την εξέλιξη της ζωής όχι μόνο στη Θεσσαλία, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της κεντρικής Ελλάδας. Πολλοί εισβολείς διάβηκαν τα περάσματα και τα γεφύρια κατά μήκος του, στις στενές κοιλάδες και τους κάμπους του. Οικισμοί χτίστηκαν κατά μήκος του δρόμου του και με τη μεγάλη εμπορική ακμή τους εξασφάλισαν τη διακίνηση αγαθών και ιδεών σε μεγάλο βαθμό. Για τους Λαρισαίους, ο Πηνειός ότι οι πλατείες τους το χειμώνα, δηλαδή εκεί σύχναζαν τα βράδια. Στον προ της γέφυρας του Πηνειού χώρου έστηναν τις μεγάλες εμποροπανηγύρεις του Σεπτεμβρίου που περιλαμβάνονταν πρόχειρες παράγκες και τέντες, κυρίως καστανάδες με τα ζεστά και γερά βρασμένα κάστανα, σκεπασμένα με λινάτσες για να διατηρούνται ζεστά, λίγοι πωλητές χαλβά Φαρσάλων που για σκέπασμα είχαν στρώμα σκόνης που σε αφθονία είχε η πόλη, όπως επίσης και μερικοί μικρογυρολόγοι που είχαν εκθέσει το εμπόρευμα τους καταγής.

Γέφυρα του Πηνειού και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος και απεικονίζει την δεξιά όχθη του Πηνειού. Καρτ ποστάλ του Στ. Στουρνάρα, χρονολογία δεκαετία του 1910.

Με επισημότητα γιόρταζαν τα Θεοφάνεια οι Λαρισαίοι και ο Πηνειός είχε επίσης καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου (1854) επικράτησε η συνήθεια να γίνεται η κατάδυση του Τίμιου Σταυρού στη γέφυρα του Πηνειού. Η μεγάλη εκκλησιαστική πομπή, την ημέρα του εορτασμού, κατερχόταν από την οδό  Ελευθερίου Βενιζέλου και κατευθυνόταν προς τη γέφυρα για την κατάδυση του Τίμιου Σταυρού στα νερά του ποταμού. Ο Πηνειός έχει μπει στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Θεσσαλίας. Στο ποτάμι ψαρεύουν και κολυμπούν. Εκμάθηση κολύμβησης για αρχάριους γινόταν και η τελειοποίηση της στη Σμίξη. Ακόμη θα βρούμε τον Πηνειό σε ονόματα δρόμων εμπορικών επιχειρήσεων στη Λάρισα και αλλού. Μάλιστα, σε πολλές και χωριά του θεσσαλικού κάμπου θα συναντήσουμε εκκλησίες του Αγίου Νικολάου με τοιχογραφίες που παρουσιάζουν θαύματα του να διασώζει πλοία και ναυαγούς, όπως του Αγίου Νικολάου Φαρκαδόνας. Επίσης, θα βρούμε σε εκκλησίες ακιδογραφήματα και χαράγματα που παρουσιάζουν πλοία όπως στον Άγιο Βησσαρίωνα στο Δομένικο. Ο Πηνειός ήταν ένα από τα τέσσερα περίφημα ποτάμια – πολεμικά πλοία ατμομυοδρόμωνες μαζί με Αλφειό, Αχελώο και Ευρώτα και ένα από τα τέσσερα πολεμικά πλοία ναρκαλιευτικά μαζί με επίσης Αχελώο, Ευρώτα και Σπερχειό.

Η γιορτή των Θεοφανείων, πιθανόν πριν το 1880. Φωτογραφία από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ.

Εικόνες του χθες» του Δήμου Λαρισαίων.

Οι ιστορικές μάχες που έλαβαν χώρα γύρω από τον Πηνειό

Ο Κρατερός και ο Αντίπατρος το 322 π.Χ. σε μάχη σε μάχη κοντά στον Πηνειό κατανικούν τα ελληνικά συμμαχικά στρατεύματα με επακόλουθο την ολοκληρωτική υποδούλωση της Θεσσαλίας στους Μακεδόνες. Είναι πιθανό να πέρασε από τα Τέμπη ο Πομπήιος μετά την ήττα του το 48 π.Χ. για να επιβιβαστεί σε πλοίο κοντά στο δέλτα του Πηνειού, καθώς σύμφωνα με τον Λαρισαίο Ι. Οικονόμου γράφει «Ο Σαμουήλ ο βασιλεύς των Βουλγάρων κουρσεύοντας κατά τα 1000 χρόνια μετά Χριστόν ταις επαρχίαις της Ρούμελης, οπού ώριζαν οι Ρωμαίοι βασιλείς, αφ’ου εξουσίασε την Θεσσαλονίκην, απέρασε τη Σαλαμβριάν, και ελεηλατούσε την Θετταλίαν». Στην «Αλεξιάδα» η Άννα Κομνήνη αναφέρει συμπλοκές στο Σαλαβριά (Πηνειό) μεταξύ Βρυεννίου Βαϊμούνδου. Στις 15 Φεβρουαρίου 1568 μαρτύρησε στη Λάρισα ο οσιομάρτυρας Δαμιανός, τον οποίο θανάτωσαν με απαγχονισμό. Τον Μάρτιο του 1770 διατάχτηκε η σφαγή τριών χιλιάδων Τρικαλινών από τον Αγά πασά. Ο Μητροπολίτης Λάρισας Πολύκαρπος αποκεφαλίζεται στις όχθες του Πηνειού τον Σεπτέμβριο του 1821. Ο Χουρσίτπασάς αυτοκτονεί στη Λάρισα στις 30 Νοεμβρίου 1822 και ενταφιάζεται στην αριστερή όχθη του Πηνειού.

Τον Απρίλιο του 1854 Πελοποννήσιοι και Κρήτες εθελοντές ήρθαν να ενισχύσουν τον Χατζηπέτρο που μαζί με τον Καταραχιά βρίσκονταν στην Καλαμπάκα. Εκεί ήρθε και ο Σελήμ πασάς στις 30 Απριλίου και στρατοπέδευσε προς το μέρος του Πηνειού. Οι πρώτες συγκρούσεις έγιναν 1 έως 4 Μαΐου. Οι Έλληνες ενισχύθηκαν με την άφιξη Ολύμπιων και Μακεδόνων που οχυρώθηκαν στις όχθες του Πηνειού και ενίσχυσαν τις θέσεις κοντά στο Καστράκι. Με την άφιξη τωνΜακεδόνων οι Τούρκοι πιέστηκαν. Στις επιχειρήσεις της 9ης Μαΐου, οι Τούρκοι υποχώρησαν με πεντακόσιους νεκρούς. Στις 10 Μαΐου οι Τούρκοι αποφάσισαν να προχωρήσουν ομαδικά προς τις γραμμές των επαναστατών. Οι Έλληνες τους αντιλήφθηκαν και οχυρώθηκαν καλύτερα. Αποτέλεσμα ήταν να χτυπηθούν οι Τούρκοι καίρια και να διασκορπισθούν ή να πνιγούν στον Πηνειό. Στις 20 Αυγούστου 1881 ο ελληνικός στρατός προχωρεί  προς την Καρδίτσα. Το βράδυ εκείνο στη δεξιά όχθη του Πάμισου στεκόταν ο Έλληνας ιππέας – φρουρός και στην αριστερή ο Τούρκος συνάδελφος του. Όταν έφτασε ο στρατός στον Πηνειό, ο ενθουσιασμός που η διάβαση υπήρξε πανηγυρική με γέλια και χαρές.

Την Μεγάλη Παρασκευή 11 Απριλίου 1897 ο πανικός έχει καταλάβει όχι μόνο τους αμάχους, αλλά και το στρατό στον ατυχή πόλεμο με τους Τούρκους. Στη Λάρισα αρχίζουν να συρρέουν κατά χιλιάδες από την πόλη του Τυρνάβου στη γέφυρα του Πηνειού. Ο πανικός που προκλήθηκε στο στράτευμα ήταν τρομερός. Όσο αυτός ο συρφετός πλησίαζε την πόλη της Λάρισας για να περάσει έγκαιρα τη γέφυρα του Πηνειού, τόσο ο πανικός επιτεινόταν. Ο ταγματάρχης Βασίλειος Δροσινός είχε διαταχτεί να υπονομεύσει τη γέφυρα, αλλά δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το έργο του. Ευτυχώς, όπως εξελίχτηκαν τα γεγονότα, η γέφυρα έμεινε ανέπαφη. Ανήμερα του Πάσχα, το απόγευμα 13 Απριλίου 1897, οι Τούρκοι πέρασαν τη γέφυρα και μπήκαν στη Λάρισα.

Πλάνο της μάχης των Φαρσάλων κατά τν Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με τη γέφυρα του Ενιπέα. (The Graeco – Turkish War, The Illustrated London News No. 3033 σελ. 768, χ.τ. Saturday, June 5 1897).

Στη διάρκεια της κατοχής, ο Πηνειός «είδε» και «έμαθε» πολλά. Οι ανατινάξεις γεφυρών δημιουργούν πρόβλημα στον εχθρό, αφού κάνουν το ποτάμι αδιάβατο. Η ξύλινη γέφυρα ανάμεσα στα Μεγάλα Καλύβια και στο Αγναντερό, η γέφυρα Κονδύλη, καίγεται από τους αντάρτες. Οι επισκευές των γεφυριών καθυστερούν πολύ τις φάλαγγες των Ιταλών. Ανατινάζονταν γέφυρες σε όλες τις οδικές και σιδηροδρομικές αρτηρίες της πεδινής Θεσσαλίας και αναστατώνονται για πολλές μέρες οι συγκοινωνίες των κατακτητών.Επίσης, πραγματοποιήθηκαν παραπλανητικές επιχειρήσεις για αποπροσανατολισμό όπως το σαμποτάζ στα Τέμπη. Το στενό το διασχίζει ο Πηνειός, ενώ η σιδηροδρομική γραμμή από την Όσσα, πρέπει να περάσει και τον Πηνειό που μεσολαβεί. Τη φυσική προστασία της γραμμής τη συμπληρώνουν Γερμανοί με σχολαστική επιτήρηση, οι οποίοι πίστευαν ότι δεν μπορούν να έρθουν αντάρτες από το ποτάμι για καταστροφές στην γραμμή. Από την άλλη μεριά, από βορρά, είναι ο Όλυμπος με τους γκρεμούς  και πιστεύουν ότι ούτε από εκεί μπορούν να κατέβουν αντάρτες. Στο πλαίσιο της Εθνικής Αντίστασης του ΕΛ.Α.Σ. στη Λάρισα οργανώνονταν απαγωγές Ιταλών τους οποίους τους περνούσαν με βάρκα από τον Πηνειό στην περιοχή του Αγίου Αθανασίου.

Τη νύχτα της 22ης προς 23η Φεβρουαρίου 1944 ανατινάζεται η ταχεία αμαξοστοιχία στα Τέμπη. Οι Γερμανοί ενισχύουν με αμφίβια οχήματα τις κινούμενες περιπολίες τους για να περνούν τον Πηνειό, την Κάρλα και τα έλη της Θεσσαλίας. Οι αντάρτες μπαινοβγαίνουν στη Λάρισα περνώντας με βάρκες στον Πηνειό. Το απόγευμα της 22ας Οκτωβρίου 1944 οι Λαρισαίοι διακόπτουν τη συνηθισμένη κυριακάτικη βόλτα τους πριν λήξει η ώρα της κυκλοφορίας και καταλαβαίνουν ότι οι Γερμανοί θα φύγουν.

Τα ξένα περιηγητικά κείμενα που αναφέρονται στον Πηνειό και τις γύρω περιοχές

Ο Χατζής Κάλφας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κοσμικούς συγγραφείς και το σύγγραμμα του «Κοσμόραμα» που γράφτηκε το 1648, περιέχει πληροφορίες για θεσσαλικές πόλεις και τον Πηνειό. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η πόλη των Τρικάλων βρίσκεται στην ανατολική άκρη ενός βουνού και ο ποταμός Πηνειός περνά κοντά από την πόλη σε απόσταση δύο μιλίων. Ο Κάλφας γράφει ότι όχι πολύ μακριά από τον Πλαταμώνα υπάρχει ένα ποτάμι που έρχεται από τη Λάρισα και ονομάζεται Σαλαμπριά (Πηνειός). Επιπλέον, επισημαίνει ότι το νερό από τον Πηνειό έρχεται στην πόλη από τα δυτικά, από τα Τρίκαλα και περνά από τη γέφυρα του τζαμιού του Χασάν μπέη. Ένας ακόμη Οθωμανός συγγραφέας ο Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφοντας τη Λάρισα, αναφέρει το τζαμί του τεκέ των Μεβλεβήδων όπου βρίσκεται πλάι στο γεφύρι, στην όχθη του ποταμού Πηνειού. Στη συνέχεια, περιγράφει ότι η πόλη έχει δέκα γεφύρια που σμίγουν στις όχθες του Πηνειού και εκείνο που ξεχωρίζει είναι το γεφύρι του Κιορ Γαζή  Μουσταφά μπέη, που ήταν ένα υποδειγματικό έργο τέχνης. Επιπλέον, επισημαίνει ότι επειδή η πόλη δεν είχε καθόλου βρύσες με τρεχούμενο νερό, η μεγαλύτερη ευεργεσία είναι να προσφέρεις νερό. Για αυτό οι φιλάνθρωποι, χειμώνα – καλοκαίρι, προσφέρουν νερό για την ψυχή του ιμάμη Χουσεΐν και των μαρτύρων του Κερμπελά, που το κουβαλούν με άλογα και με μουλάρια από τον ποταμό Πηνειό. Επίσης, αναφέρει ότι ο καιρός τον Ιούλιο, είναι βαρύς, κάτι που κάνει τον ποταμό Πηνειό να κυλά ζεστός σαν το νερό του χαμάμ.

Το 1669 επισκέφτηκε τη Λάρισα ο Άγγλος περιηγητής Edward Brown, του οποίου το έργο με τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια τυπώθηκε στα γαλλικά το 1674 και αργότερα στα αγγλικά το 1685. Από την αγγλική έκδοση έγινε μετάφραση όπου αναφέρεται για την περιοχή της Θεσσαλίας συμπεριλαμβάνοντας και τον Πηνειό ποταμό. Χαρακτηριστικά, αναφέρει πως η Λάρισα είναι η σημαντικότερη πόλη της Θεσσαλίας και βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Πηνειού. Περιγράφει πως ο ποταμός Πηνειός, ο οποίος διασχίζει τη Λάρισα, είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Θεσσαλίας με αρκετούς παραποτάμους, οι πηγές του βρίσκονται στην Πίνδο και διασχίζει την περίφημη κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στον Όλυμπο και την Όσσα και εκβάλει στο Θερμαϊκό κόλπο (κόλπο της Θεσσαλονίκης). Ισχυρίζεται ότι ο Όμηρος έδωσε σε αυτό τον ποταμό το εύστοχο επίθετο «αργυροδίνης» επειδή το νερό του είναι διαυγέστατο και φαίνεται η κοίτη του. Παρατηρεί, ότι οι ποιητές είχαν δίκιο που επινόησαν το μύθο του Απόλλωνα και της Δάφνης, της κόρης του ποταμού την οποία μεταμόρφωσε στο φυτό δάφνη, που εξηγεί την παρουσία πολυάριθμων δέντρων αυτού του είδους φυτρώνου στις όχθες του ποταμού. Μάλιστα, επισημαίνει πως αρκετοί Οθωμανοί έστησαν τις πολύχρωμες σκηνές τους στις όχθες του Πηνειού κοντά σε ένα τζαμί, διότι δεν έβρισκαν μέρος στη Λάρισα και το θέαμα ήταν αρκετά ευχάριστο στο μάτι.

Ο Γάλλος συγγραφέας Robert de Dreux στο σύγγραμμα του «οδοιπορικό», περιγράφει τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Ελλάδα περιγράφοντας το ταξίδι του από τη Θεσσαλονίκη προς τη Λάρισα, αναφέρει τον Πηνειό ως ξακουστό ποτάμι με πολύ πρασινάδα στις όχθες του κατά τη διάρκεια μιας περιπέτειας που είχε φτάνοντας στο βουνό Όλυμπος. Ο Richard Pockocke στον έκτο τόμο των «Ταξιδιών» του που δημοσιεύτηκαν το 1773 αναφέρεται στη Λάρισα και στη Κοιλάδα των Τεμπών ως το μέρος που θεωρούνταν το ωραιότερο στην Ελλάδα. Περιγράφει την διαδρομή που έκανε σε εκείνη την περιοχή ως μια εύπορη πεδιάδα που δεν ξεπερνά σε πλάτος το ένα μίλι και η εκβολή του Πηνειού που χαρακτηρίζει την κοιλάδα των Τεμπών έχει πέντε μίλια μήκος. Αναφέρει πως στις εκβολές του Πηνειού είναι το πασίγνωστο βουνό Όλυμπος, στο οποίο οι ποιητές το θεωρούσαν ως την κατοικία των θεών. Περιγράφει πως στην ανατολική πλευρά του Πηνειού, ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος κοντά στους πρόποδες της Όσσας και πηγαίνει νοτιοδυτικά σε μήκος δύο λεύγες. Το ποτάμι ήταν πολύ στενό και σε μερικά σημεία δεν ήταν περίεργο που ξεχείλιζε ύστερα από μεγάλες βροχές που προκάλεσε την πλημμύρα που έγινε στον καιρό του Δευκαλίωνα. Έπειτα, περιγράφει πως στην διαδρομή του μετά τον Μπαμπά (Τέμπη) μπήκε σε μια κοιλάδα που έχει μήκος δυο λεύγες και δυο μίλια πλάτος, προχώρησε προς το Νότο και ο Πηνειός κυλούσε τα νερά του κατά μήκος της βόρειας πλευράς της πεδιάδας προς τα ανατολικά. Πήγε προς τα δυτικά ανάμεσα στους λόφους αυτούς που βρίσκονται προς το Νότο και περνώντας με τη δύση του ηλίου από μερικούς από τους λόφους αυτούς, φτάνοντας σε αυτή τη μεγάλη πεδιάδα όπου βρίσκεται η Λάρισα, περίπου δυο λεύγες μακρύτερα επάνω στον Πηνειό. Επισημαίνει, ότι είναι ακόμα αμφίβολο αν και κατά πόσο δεν βρίσκεται εκεί η Κοιλάδα των Τεμπών εφόσον, κατά την άποψη μερικών, ο Πηνειός κυλούσε μέσα από μια κοιλάδα και κατόπιν ανάμεσα στον Όλυμπο και στην Όσσα, αλλά παρ’ όλα αυτά την τοποθετούν στις εκβολές του Πηνειού.

Ο Πηνειός με την Πίνδο στο βάθος (Christopher Wordsworth)

Ένας άλλος συγγραφέας και περιηγητής, ο Άγγλος Christopher Wordsworth εξυμνεί τον Πηνειό λέγοντας πως έχει απασχολήσει τους Έλληνες ποιητές και ιστορικούς περισσότερο από τον Αλιάκμονα από τον οποίο πηγάζει από το ίδιο σημείο κυλώντας  για αρκετά μίλια στην ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά επισημαίνει ότι η κοιλάδα που ρέει μετέπειτα ο Πηνειός διαχωρίζεται από τον Αλιάκμονα με μία οροσειρά, η οποία αρχίζει κοντά στο σημείο από το οποίο πηγάζουν αυτοί οι δυο ποταμοί  με την ονομασία Καρβούνια όρη. Περιγράφει πως η περιοχή δια μέσου της οποίας κυλά ο Πηνειός  διακρίνεται για την ομοιογένεια των εδαφών που την αποτελούν. Αναφέρει, πως η ιστορία του Πηνειού είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Θεσσαλίας. Συνδέει και τους παραποτάμους του Πηνειού, από τους οποίους πηγάζουν τα ονόματα των πόλεων της περιοχής και εκεί έχουν πραγματοποιηθεί πολεμοχαρή κατορθώματα, όπου χάρη σε αυτά η θεσσαλική πεδιάδα απόκτησε την ονομασία της ορχήστρας του θεού Άρη. Ο Πηνειός, γράφει, μας μεταφέρει απαλά στις πεδιάδες της Θεσσαλίας. Περιγράφει μια διαδρομή του η οποία ακολουθεί, σχεδόν αποκλειστικά, την πορεία από τις πηγές του Πηνειού και πως στα αριστερά και δεξιά υπάρχουν παράλληλες σειρές δασωμένων λόφων, οι οποίες ξεπροβάλλουν από την άκρη του ποταμού, ο οποίος σκιάζεται από την πυκνή φυλλωσιά των πλατάνων που δεσπόζουν επάνω του.

Βιβλιογραφία

Γ. Ρούσκας (2004). Ο Αργυροδίνης Πηνειός. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση

Β. Τσολάκης (2002). Αργυροδίνης ποταμός, πράσινος τόπος (Τέμπη – Δέλτα Πηνειού). Λάρισα: Ιδιωτική Έκδοση

Γ. Ρούσκας & Θ. Στεφανίδου (2006). Η Λάρισα και ο Πηνειός σε ξένα περιηγητικά κείμενα (16ος-19ος αι.). Λάρισα: Ιδιωτική Έκδοση