Ένα τεράστιο πολιτιστικό κεφάλαιο για την περιοχή της Λάρισας, συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης, αποτελεί η κληρονομιά που άφησε το οθωμανικό στοιχείο κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Δεν είναι ελάχιστης σημασίας λοιπόν, τα κτίσματα που δεσπόζουν ακόμη και σήμερα στη πόλη, πολλά από τα οποία έχουν διακριτό ρόλο και αξιοποιούνται.

Στον λόφο του Φρουρίου της Λάρισας, θέση όπου βρισκόταν η ακρόπολη της αρχαίας Λάρισας, δεσπόζει το Μπεζεστένι.

Η κατασκευή του χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Λειτούργησε ως κλειστή αγορά υφασμάτων και πολύτιμων εμπορευμάτων. Για τρεις αιώνες αποτελούσε τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης. Γύρω του οργανώθηκε το εμπορικό κέντρο με το τσαρσί και το «τρανό παζάρι». Το 1799 καταστράφηκε από πυρκαγιά, ενώ κατά τον 19ο αι. μετατράπηκε σε πυριτιδαποθήκη.

Σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων της Λάρισας, πρόκειται για ορθογώνιο κτίριο με τρία τοξωτά μνημειακά πρόπυλα στη νότια, ανατολική και δυτική πλευρά. Η χαμηλή θύρα της βόρειας πλευράς οδηγούσε σε μικρό καμαροσκεπή χώρο, πιθανότατα θησαυροφυλάκιο. Στεγαζόταν από έξι μολυβδοσκέπαστους θόλους που στηρίζονταν σε δύο ογκώδεις πεσσούς.

Το δεύτερο σημαντικό κτίσμα που διατηρείται και αξιοποιείται ως μνημείο στη πόλη είναι το Γενί Τζαμί.

Σύμφωνα με την αρχιτεκτονική του κτιρίου, τα νεοκλασικά διακοσμητικά στοιχεία των όψεων χρονολογείται τον 19ο αι.

Αποτελεί το νεότερο από τα πολλά τζαμιά που υπήρχαν στη Λάρισα την περίοδο της οθωμανικής κατοχής. Χρησιμοποιήθηκε ως τόπος προσευχής από τη μουσουλμανική κοινότητα ως το 1924, οπότε και έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Από το 1939 έως το 1941 στέγασε μια μικρή αρχαιολογική συλλογή και τη δημοτική βιβλιοθήκη. Η αρχαιολογική συλλογή λεηλατήθηκε εν μέρει την περίοδο 1941-44.

Όπως αναφέρεται στα στοιχεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων της Λάρισας, το κτήριο αποτελείται από την αίθουσα προσευχής, που φωτίζεται από εννέα τοξωτά ανοίγματα και καλύπτεται με τετράριχτη κεραμοσκεπή στέγη. Στην πρόσοψη τριμερής στοά στηρίζεται σε πεσσούς και καλύπτεται με τρεις ημισφαιρικούς θόλους. Στη βορειοδυτική γωνία της πρόσοψης υψώνεται ο μιναρές, που σώζεται μέχρι τον εξώστη. Το κτήριο διαθέτει νεοκλασικά διακοσμητικά στοιχεία.

Για τους Οθωμανούς τα λουτρά αποτελούσαν μια σημαντική υπόθεση καθιερωμένη στην κοινωνική καθημερινότητα. Στην πόλη της Λάρισας, ένα κτίσμα με ξεχωριστό ενδιαφέρον αποτελεί το κτίσμα που κάποτε είχε κατασκευαστεί για να στεγάσει τα Οθωμανικά λουτρά (χαμάμ).

Σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων, παρά τις διάφορες μετασκευές που πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν, τα λουτρά διασώζουν αρκετά αυθεντικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Έτσι, διατηρείται ο κεντρικός θόλος της θερμής αίθουσας του ανδρικού τμήματος, καθώς και μικρές θολωτές αίθουσες στα υπόγεια και το ισόγειο με τις διόδους επικοινωνίας τους. Η ανέγερση του κτίσματος πιθανώς, ανάγεται στο 15ο αιώνα και αποδίδεται στους διάδοχους του Οθωμανού κατακτητή της Θεσσαλίας Τουρχάν – Βέη.

Τέλος, ξεχωρίζει στην πόλη ένα σημαντικό αρχαιολογικό κτίσμα της οθωμανικής εποχής, που κατά την διάρκεια της ιστορίας συνδέθηκε και με την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, καθώς αποτέλεσε χώρο φυλάκισης κρατουμένων.

Είναι ένα λιθόκτιστο επίμηκες κτίσμα αποτελούμενο από τρεις καμαροσκέπαστες αίθουσες, δύο κάθετες και μία εγκάρσια. Από τη μέχρι τώρα έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων, προκύπτει ότι το κτίσμα αποτελεί ίσως το μοναδικό δείγμα πυριτιδαποθήκης με δίδυμη αίθουσα, που σώζεται σε τόσο καλή κατάσταση. Το κτίριο αποκαταστάθηκε με χρηματοδότηση του δήμου Λαρισαίων και σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης της πόλης.

ΑΠΕ/ΜΠΕ